
Γεννήθηκα σε μια μικρή γειτονιά της Νέας Σμύρνης. Στην οδό Νεαπόλεως. Μονοκατοικίες τα σπίτια. Και οι αυλές γεμάτες λουλούδια και δέντρα. Τέτοια εποχή, με το τέλος των σχολείων, στους δρόμους ξεχύνονταν τα παιδιά. Και έπαιζαν. Από το πρωί μέχρι το βράδυ. Φωνές. Γέλια. Τσακωμοί. Κλάματα. Πόθος μου και εμένα μετά από την πρώτη παιδική ηλικία όταν οι υποχρεώσεις των μαθημάτων μειώνονταν, να τελειώσω το σχολείο για να ενταχθώ και εγώ στις παρέες και στις φασαρίες. Να γίνω κι εγώ μέρος της αέναης βουής της γειτονιάς μου. Να μπω κι εγώ στο θόρυβο. Και να γίνω κομμάτι του.
Και η γειτονιά ζούσε μέσα σε συνθήκες έντονης φασαρίας. Τόσο πολύ που δεν μπορούσες από το θόρυβο και από το φωνοκόπι να ησυχάσεις. Φοιτητής πια στο πλαίσιο των αυξημένων υποχρεώσεων της σχολής μου, αναγκαζόμουν να βρω καταφύγιο στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς που είχε εσωτερική αυλή και δεν έφτανε μέχρι εκεί η τόση φασαρία
Στο χώρο του σπιτιού των παππούδων έχω σήμερα αναπτύξει το ιατρείο μου. Τις ώρες που βρίσκομαι σε αυτό, ένα πράγμα με παγώνει και με στενοχωρεί. Δεν ακούγεται ούτε η παραμικρή φωνή, ούτε ο ελάχιστος θόρυβος. Όλα κυλούν μέσα σε μια παγερή σιωπή. Τα σπίτια πλέον είναι πολυκατοικίες και στεγάζουν πολλαπλάσιες οικογένειες. Οι άνθρωποι σίγουρα είναι αυξημένοι σε αριθμό και με πολύ περισσότερα παιδιά. Όμως ο καθένας είναι κλεισμένος στο κλουβί του και δεν τολμάει να μιλήσει για να μην ενοχλήσει το διπλανό του. Τα παιδιά προφανώς αφοσιωμένα σε μια οθόνη να βλέπουν ταινίες, να παίζουν βιντεοπαιχνίδια και ότι άλλο έχει να τους προσφέρει το Διαδίκτυο. Και ο δρόμος άδειος. Βουβός. Νεκρική σιγή.
Πόσο πολύ αναπολώ την παλιά μου γειτονιά, με τους ανθρώπους να κάθονται στις αυλές, να μιλούν μεγαλόφωνα, να γελούν, να πηγαίνουν ο ένας από το σπίτι του στο σπίτι του άλλου. Να πίνουν τον καφέ τους, να λένε τα νέα τους, να ανταλλάσσουν σκέψεις και όνειρα για το μέλλον. Έχουμε πάψει να ονειρευόμαστε, ονειρεύονται άλλοι για μας. Αυτοί που μας καθοδηγούν καθημερινά και μας οδηγούν συνεχώς στην απομόνωση, στην αποξένωση και στο φόβο. Για αυτό πια δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε ο ένας με τον άλλον. Για αυτό δεν υπάρχει πλέον αλληλεγγύη ανάμεσά μας. Τη θέση της αγάπης, του ενδιαφέροντος της φροντίδας έχουν πάρει η αδιαφορία, ο φόβος και η απομάκρυνση. Ο διπλανός μου δεν είναι ο γείτονάς μου. Είναι ο εχθρός μου. Αυτόν που δεν τον γνωρίζω και επομένως τον υποπτεύομαι.
Ο καθένας περνάει μόνος του τις χαρές και τις λύπες του. Πάνε οι εποχές που ηχούσαν στις αυλές τα τραπεζώματα για μια επιτυχία, για κάποιον που έμπαινε σε μια σχολή, για κάποιον που γύριζε από το στρατό, για την οικογένεια που αποκτούσε ένα παιδί, που αποκτούσε κάτι που ήθελε να το μοιραστεί με τους άλλους. Πάνε και οι εποχές που όλοι μαζί θρηνούσαμε εκείνον που έφευγε από κοντά μας είχαμε το θάρρος να τον φέρουμε στο σπίτι, να περάσουμε, να τον αποχαιρετίσουμε, να δώσουμε δύναμη και θάρρος στους δικούς του. Τώρα όλα μόνοι μας, βιομηχανοποιημένα και παγερά κρύα.
Μήπως πρέπει να κάνουμε κάτι για να κερδίσουμε και πάλι αυτό που μας χαρακτήριζε στους αιώνες της επιβίωσης μας ως έθνος; Την Κοινότητα. Την αλληλεγγύη, τη σχέση του ενός προς τον άλλον, το νοιάξιμο των γειτόνων; Μπορεί πολλές φορές τα χαρακτηριστικά αυτά να αποτελούσαν και μειονέκτημα στην υπερβολή τους, όμως υπήρχαν. Κι έχουν χαθεί. Τι πρέπει να κάνουμε για να τα ξαναποκτήσουμε;
